Το άρθρο που δεν γράφτηκε ποτέ





Αυτό είναι ένα κείμενο που γράφεται εν βρασμώ, την τελευταία στιγμή, για το 100ο τεύχος του Απαγορευμένου Περιοδικού Strange, σε ένα Internet Cafe στην Κομοτηνή, κάποια μέρα μέσα στον Ιούνιο. Υποσχέθηκα στον Αρχισυντάκτη του Strange ότι θα ετοιμάζαμε μία μεγάλη ανασκόπηση των εκατό τευχών του αγαπημένου μας περιοδικού, σαν ελάχιστο φόρο τιμής. Τη στιγμή που γράφεται το κείμενο αυτό, τέτοια ανασκόπηση δεν έχει γίνει. Μόνο πρόχειρα κομμάτια, αποσπάσματα, σκέψεις και σκόρπια σχόλια, σημειώσεις.
Η πρόκληση έμεινε αναπάντητη.
Δεν καταφέραμε να γράψουμε τίποτα, πόσο μάλλον να συντονιστούμε.
Αυτή είναι η ιστορία ενός άρθρου που δεν έγινε ποτέ.

Μέσα Ιουνίου, το 99ο τεύχος του Απαγορευμένου Περιοδικού ήταν πραγματικότητα. Το κρατούσα στα χέρια μου και ομολογώ ότι το ξεφύλλισα πολύ γρήγορα μήπως υπήρχε κάποια προ-ανακοίνωση για το 100ο τεύχος που τόσο πολύ περιμέναμε όλοι μας.
“Το τεύχος 100 θα κυκλοφορήσει αρχές Ιουλίου 2007”, έγραφε κάτω από τα περιεχόμενα.
Είχαμε ελάχιστο χρόνο να ετοιμάσουμε κάτι, ένα κείμενο εμπνευσμένο, μία πολύ καλή ιδέα που θα ήταν αντάξια ενός απαγορευμένου περιοδικού.
Οι χιλιομετρικές αποστάσεις ήταν αποθαρρυντικές οποιουδήποτε συντονισμού. Μετά από πολλές τηλεκάρτες, μεταμεσονύκτια τηλεφωνήματα και παχυλούς λογαριασμούς, είχαμε στα χέρια μας κάποια Σενάρια, όπως είχαμε ονομάσει τα προσχέδια των ιδεών μας. Υπήρξαν στιγμές, αργά συνήθως τη νύχτα, που η έμπνευσή μας είχε χτυπήσει κόκκινο. Που η μία ιδέα διαδεχόταν την άλλη και σταδιακά χτιζόταν κάτι πολύ όμορφο και δυνατό. Ένα άρθρο για το 100ο τεύχος.
Μοιράσαμε όπως μπορούσαμε τις “εργασίες” και την έρευνα, ευελπιστώντας ότι η έμπνευση, το αεράκι, θα συνεχιζόταν και τις επόμενες κρίσιμες μέρες. Ο αγαπητός Λουκάς με είχε ενημερώσει ότι είχαμε δεκαπέντε μέρες στη διάθεσή μας, “όχι και λίγες”, είχε πει χαρακτηριστικά, “όχι και πολλές”, του είχα απαντήσει.
Σήμερα τελείωνε το deadline. Οι δεκαπέντε μέρες πέρασαν ανεπιστρεπτί και δεν έχουμε τίποτα στα χέρια μας. Ως συνήθως, δεν μπορώ να βρω τον Λουκά να τον ρωτήσω πόσες μέρες έχουμε ακόμα, αν έχουμε, οπότε προχωρώ στα τυφλά, ελπίζοντας ότι η απέλπιδα προσπάθειά μου θα αποφέρει καρπούς.
Πρόθεσή μας, λοιπόν, εξαρχής, ήταν να καταδείξουμε το Καλειδοσκοπικό Μυστήριο που λέγεται STRANGE ή Stran-Ge ή Εγναρτς. Πάντα θεωρούσαμε ότι όλα τα τεύχη του περιοδικού είχαν μία πολύ ισχυρή συνοχή, πώς συνδέονταν μεταξύ τους και αλληλοσυμπληρώνονταν. Θέλαμε να συνδέσουμε τα πάντα μεταξύ τους και να υποδειχθεί ότι εξαρχής υπήρχε πρόθεση και σχέδιο, ένα γιγάντιο παζλ, ψηφιδωτό. Μία τέτοια θέση θα αποδεικνυόταν αν γινόταν μία όσο το δυνατό πιο σύντομη μα καίρια και περιεκτική ανασκόπηση κάποιων, αν όχι όλων, των θεμάτων που είχε ασχοληθεί το περιοδικό. Μιλάμε για πολλές δεκάδες άρθρα, data panic, σχόλια, γράμματα, βιβλία, συζητήσεις, συναντήσεις, σκέψεις. Μιλάμε για ένα πραγματικό λαβύρινθο του παράξενου και του φανταστικού, που αντί να περιπλέξει τον μίτο, μας επιτρέπετε να υποστηρίξουμε ότι αν μη τι άλλο ξεκαθάρισε το τοπίο.
Από το πρώτο κιόλας τεύχος φάνηκε καθαρά η επιθυμία των συντελεστών του περιοδικού να διασαφηνίσουν θέματα που μέχρι τότε θεωρούνταν τετριμμένα και χιλιοειπωμένα και να τα αναδείξουν μέσα από μία ολότελα νέα οπτική. Ταυτόχρονα, μέσα από τις πολύχρονες έρευνες των περισσοτέρων από αυτούς, υπήρχε μία απύθμενη βάση δεδομένων νέων πολύ παράξενων θεμάτων που ποτέ δεν είχε ακούσει το ευρύ κοινό. Μέσα από το Strange, παρουσιάστηκαν τα πιο παράξενα και ιδιαίτερα θέματα που εμφανίστηκαν ποτέ στον ελληνικό-και όχι μόνο- τύπο. Θέματα που ταρακούνησαν τα λιμνάζοντα νερά της ελληνικής ενημέρωσης του παράξενου και δημιούργησαν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτες καταστάσεις και αλυσιδωτές αντιδράσεις, κακέκτυπες μιμήσεις, επιθέσεις, αλλά και μία πολύ δυνατή και ένθερμη αποδοχή από τους αναγνώστες που επιθυμούσαν να μελετήσουν νέα θέματα. Η Κούφια Γη λοιπόν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τόσο εκτεταμένα μέσα από τα άρθρα και τα βιβλία του Δημιουργού και Διευθυντή του Strange, του Παντελή Γιαννουλάκη. Ένα θέμα καυτό, που πυροδότησε συζητήσεις επί συζητήσεων, διαδικτυακές αψιμαχίες, κυβερνητικές αντιδράσεις, και ειλικρινείς και βαθιές μέχρι τον πυρήνα συζητήσεις. Το Megapolisomancy αλλά και η μετεξέλιξή του, το Cosmopolis Project αποτέλεσαν ακόμα ένα θέμα που πυροδότησε αντιδράσεις επί αντιδράσεων. Κι ενώ κάποιοι έψαχναν να διαψεύσουν τα γραφόμενα ενός συγγραφέα (πώς διαψεύδεται η αλήθεια του συγγραφέα?), άλλοι, περισσότερο πνευματικά ευέλικτοι, εμπνεύστηκαν, αναζήτησαν την αλήθεια πίσω από τις γραμμές ή τα κτίρια, και βγήκαν στους δρόμους της πόλης και της λογοτεχνίας. Το Cosmopolis Project είναι σε εξέλιξη και υποψιαζόμαστε ότι εκπλήξεις προοιωνίζονται καθ' οδόν. Κάνοντας μία πολύ πρόχειρη ανασκόπηση στα προηγούμενα τεύχη, συνειδητοποιεί κανείς με πόσο πρωτότυπα άρθρα ασχολήθηκαν εκείνοι οι παράξενοι συντάκτες. Ενδεικτικά και μεροληπτικά αναφέρω τον Πειραματικό Τουρισμό, τους Stage Illusionists,, το θέμα της Incunabula, ΓΗ-2, τη Σκιά και τις παραφυάδες της, τα μοναδικά μέχρι και σήμερα για τα ελληνικά δεδομένα αφιερώματα στον Νίκολα Τέσλα, το ζήτημα των Μιμητικών Διανοητικών Ιών του R. Dawkins (memes). Και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Τα Μορφογενετικά Πεδία, η Κοινωνική Μηχανική, η Αειζωία, οι Body Snatchers, ο Unabomber, τα...Aκάρεα, τα Ζώντα Νέφη, οι πιο πρωτότυπες ειδήσεις, οι πιο παράξενες συνδέσεις, τα πιο θεμελιώδη ερωτήματα τέθηκαν σε αυτά τα πρώτα εκατό τεύχη. Θέματα σκοτεινά, αραχνιασμένα και ομιχλώδη αντιμετωπίστηκαν με νέα πνοή, ενδελεχή προσέγγιση και επιθυμία για εμβάθυνση: 2012, Τα Παιδιά του '83, Εξωγήινοι, UFO's, το Φιλμ του Santili, τα Μυστήρια του Άρη, η Ατλαντίδα.
Αυτή ήταν μία από τις πρώτες διαπιστώσεις κατά την στοιχειώδη ανασκόπηση που κάναμε.
Το θέμα μας όμως δεν ήταν να προχωρήσουμε σε μία ξερή εκνευριστική απαρίθμηση των τίτλων των άρθρων και των εκατό τευχών του περιοδικού. Δεν μας ενδιέφερε κάτι τέτοιο, μας φαινόταν βαρετό και ρηχό, ανέμπνευστο. Αποφασίσαμε, ένα ξημέρωμα, να δώσουμε λογοτεχνική χροιά στο κείμενό μας. Η πρώτη ιδέα μας και το προσχέδιό της είχε περίπου ως εξής:

“Νύχτα στη Λεωφόρο. Δύο συνωμοτικές φιγούρες διασχίζουν την άσφαλτο με έντονο βηματισμό. Η σιωπή ακολουθεί τα βήματά τους μέχρι που φτάνουν στο bar. Η πινακίδα νέον φωτίζει αμυδρά τα πρόσωπά τους πριν σπρώξουν την πόρτα. Προχωρούν στο βάθος, προσπερνούν τις αναποδογυρισμένες καρέκλες και κάθονται στον καναπέ, κάτω από τους καθρέφτες. Με ένα νεύμα χαιρετούν του άλλους δύο μαυροντυμένους που κάθονται ήδη εκεί. Με παράξενες τελετουργικές κινήσεις αποκαλύπτονται καλά σφραγισμένα πακέτα. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, τα βλέμματα διασταυρώνονται. Αχνή ακούγεται μία φωνή: Είστε έτοιμοι? Ανοίξτε τα πακέτα”

Φυσικά τα πακέτα περιείχαν και τα ενενηνταεννιά τεύχη του περιοδικού. Οι τέσσερις συνδαιτυμόνες θα έκαναν εκεί, στο ημίφως ενός bar, την περιβόητη ανασκόπηση, μία συζήτηση εφ' όλης της παράξενης ύλης σε μορφή διαλόγου. Διαπιστώσεις και συνειρμοί, συνδέσεις και παρατηρήσεις μεταξύ τεσσάρων γνωστών συνταξιδιωτών. Στη συνέχεια, και όσο θα προχωρούσε η αφήγηση και η βουτιά στις αναμνήσεις, θα προσθέταμε ανεξήγητα και μυστηριώδη γεγονότα που θα συνέβαιναν στους τέσσερις πρωταγωνιστές. Μην ξεχνάμε ότι είναι νύχτα σε ένα έρημο bar σε μία Λεωφόρο, πολλά θα μπορούσαν να συμβούν. Κάποιος θα τους παρακολουθούσε από το παράθυρο, μία σκιά, ένα φάντασμα, μία εξωδιαστατική οντότητα, γιατί όχι? Περίεργοι υπόκωφοι θόρυβοι, ανεξήγητες κινήσεις αντικειμένων, Poltergeist, ρεύματα από κλειστές πόρτες, απόκοσμα συναισθήματα, θα υπενθύμιζαν στους πρωταγωνιστές ότι είχαν προσελκύσει με τις κινήσεις τους την προσοχή δυνάμεων από αλλού. Δήθεν Συμπτώσεις θα καθοδηγούσαν τη συζήτηση: Το γνωστό απόκοσμο αεράκι θα γύριζε τις σελίδες σε ένα συγκεκριμένο άρθρο, μία λέξη από έναν περαστικό θα κατηύθυνε τη κουβέντα, ένα πολύ συγκεκριμένο τεύχος θα έπεφτε από μόνο του από το τραπεζάκι και θα τραβούσε την προσοχή των δύσμοιρων πρωταγωνιστών μας. Σκοπός όλων αυτών των “inside events” όπως τα είχαμε ονομάσει, θα ήταν αφενός μεν να μην κουραστεί και πάλι ο αναγνώστης, αλλά και να διαφανεί ότι πίσω από φαινομενικά τυχαία και αυθαίρετα γεγονότα υπάρχει μία μεγαλύτερη εικόνα, ένα pattern, ένας συντονισμός. Η αφήγηση προχωρούσε και οι πρωταγωνιστές δέχονταν επιθέσεις από όλες τις απόκοσμες οντότητες που έχουν παρελάσει από τις σελίδες του Strange. Βρυκόλακες θα πολιορκούσαν το bar, σκιές θα εισέβάλαν από τους καθρέφτες, πονηροί νάνοι θα παραμόνευαν στην τουαλέτα. Όλα καλά, και εντέχνως θα προχωρούσε και η επισκόπηση. Κορυφαία ομολογουμένως σκηνή θα ήταν το σημείο που ενώ η συζήτηση θα είχε ανάψει, θα άκουγαν ένα θόρυβο από την πόρτα και θα έβρισκαν ανεξήγητα το 100ο τεύχος να τους περιμένει έξω στο κατώφλι! (“[...]έσκυψε και με συγκίνηση το σήκωσε. Κλείδωσε την πόρτα πίσω του και αφού κοίταξε τους συνοδοιπόρους απόθεσε σαν ιερό κειμήλιο στο τραπεζάκι το 100ο τεύχος του Απαγορευμένου Περιοδικού”)
Καλές οι ιδέες, αλλά κάπου εκεί συνειδητοποιήσαμε ότι τέσσερις συμμετέχοντες ήταν πολλοί. Η συνεχής εναλλαγή των διαλόγων θα προκαλούσε σύγχυση στον αναγνώστη. Και κάπου εκεί,ιδέα στην ιδέα, συνειρμό στον συνειρμό, έπεσε η Έτερη Μεγάλη Ιδέα: Το Αρχοντικό.
Το Αρχοντικό, θα ήταν ένα πολύ μυστήριο σπίτι, κάπου στην ελληνική επαρχία, ψηλά σε έρημη τοποθεσία, στην άκρη του πουθενά, όπου θα συναντιούνταν μυστικά και συνωμοτικά οι Συντάκτες του Strange. Σκοπός τους θα ήταν να ετοιμάσουν το πιο Απαγορευμένο Τεύχος από Όλα, ή το Τεύχος που Θα Μιλούσε για Όλα τα Μυστήρια. Ο καθένας ή σε ομάδες θα προσπαθούσαν να γράψουν τα καλύτερα και πιο εμπνευσμένα άρθρα που έγραψαν ποτέ, ενωμένοι για έναν υπέρτατο σκοπό, την αναζήτηση του Υπέρτατου Τεύχους, ενός Έντυπου Holy Grail !

Το επόμενο δίλημμα ήταν ποιος Ιππότης-Συντάκτης θα πρωταγωνιστούσε και ποια θα ήταν η δομή και η σειρά των κεφαλαίων. Από τους τέσσερις πρωταγωνιστές καταλήξαμε σε έναν, που ονομάσαμε αυθαίρετα και πάντα με αγγλικό όνομα Barett, Francis Barett, μεσαίο όνομα Herman, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Στη συνέχεια αποφασίσαμε ότι το καλύτερο ήταν να χωρίσουμε το Αρχοντικό σε δωμάτια, και ανάλογα με το δωμάτιο που θα επισκεπτόταν ο Francis H. Barett, θα μιλούσαμε για τα ανάλογα θέματα. Παραθέτω αποσπάσματα πρόχειρα που είχαμε ετοιμάσει, σε μία ριψοκίνδυνη προσπάθεια να συνδέσουμε τα άρθρα μεταξύ τους...

“Ο Francis Barett κοιμήθηκε στο δωμάτιο των Ιδιωτικών Συμπάντων. Στάθηκε βουβός μπροστά στη βιβλιοθήκη με τα 99 τεύχη του Strange. Θυμήθηκε την αρχή, τον Ιούνιο του 1998...[...]
Τεράστιες βιβλιοθήκες εκτείνονταν από τη μια άκρη του δωματίου μέχρι την άλλη. Βιβλία σπάνια και απαγορευμένα κοσμούσαν τα ράφια. Μεγάλοι συγγραφείς, ποιητές, φιλόσοφοι που γνώρισε μέσα από το απαγορευμένο περιοδικό και είχαν αφήσει τη δική τους αστρόσκονη έμπνευσης στα εβένινα ράφια της βιβλιοθήκης της ανθρωπότητας. Εννέα χρόνια τώρα, λάτρεψε τον Λάβκραφτ και τους εγκάρδιους φίλους του που κρυφάκουγαν τα όνειρα του Κθούλου, γοητεύτηκε από τον Μάχεν, τον Λόρδο Ντάνσανυ, τον Πόε, τον Βερν. Συγκινήθηκε από τους βασανισμένους αλλά ανυπότακτους ανθρώπους των θαυμάτων και γεύτηκε τα ευγενή και εκλεπτυσμένα οράματά τους σαν ακριβό κρασί. Διάδοχοί τους οι Άνθρωποι που Φέρνουν το Αύριο, πρωτεργάτες πανανθρώπινων αλλαγών. Αυτή είναι η πραγματικότητα του φανταστικού! Και το απαγορευμένο περιοδικό αφιέρωσε σελίδες επί σελίδων για να καταδείξει τη συνέχεια του πνεύματος, τη συνεχή αντίσταση των ονειροπόλων.
Αναπόλησε παράξενους ανθρώπους που έκαναν την εμφάνισή τους στο απαγορευμένο περιοδικό, οι περισσότεροι για πρώτη φορά σε ελληνικό έντυπο. Οι πιο παράξενες απόψεις βρήκαν διέξοδο για μια μοναδική αντιστασιακή ροή πληροφορίας. Ο Άγγελος Αριβάνης, ο Δημήτρης Κούγκουλος, ο Μηνάς Μαδεντζίδης, ο Μιχάλης Καλόπουλος, ο Αργύρης Τσακαλίας, ο Λευτέρης Σαραγάς, ο Άρης Πουλιανός, ο Σωκράτης Αικατερινίδης, άλλαξαν την οπτική του Francis και εισέβαλαν με τις παράδοξες ενστάσεις τους στη δεδομένη πραγματικότητα για να την εκθεμελιώσουν. Ο Γιάννης Φουράκης, ο Γιώργος Γκιόλβας, ο Θεοφάνης Μανιάς, ο Κλεάνθης Γρίβας, ο Δημήτρης Χορόσκελης ανέτρεψαν παγιωμένα δόγματα που για χρόνια τον εγκλώβιζαν. Ξεκίνησε να γράφει το άρθρο του. Ο φορητός υπολογιστής που είχε μπροστά του έμοιαζε παράταιρος με το ξύλινο περιβάλλον. Έγραψε μία εισαγωγή αλλά σύντομα σταμάτησε. Θυμήθηκε κάποια πολύ ενημερωμένα όσο και τρομακτικά άρθρα για τους hackers, το uploading, ζωντανές οντότητες που λυμαίνονται τον κυβερνοχώρο, τις κατασκότεινες πλευρές του Internet. Αποφάσισε να παραμερίσει προσωρινά τον υπολογιστή με μια έντονη επιθυμία να γράψει κάτι, οτιδήποτε σε μια παλιά γραφομηχανή.
Είχε καταλάβει ένα πράγμα μετά από τόσες αναζητήσεις, ότι το μυστήριο είναι παντού, σε κάθε μορφή τέχνης, όπως και η έμπνευση και η δημιουργία. Το Στρανγή δήλωσε ότι υπάρχουν παράξενα βιβλία, υπάρχουν παράξενες μουσικές, υπάρχουν παράξενες ταινίες που πρέπει κανείς να διαβάσει, να ακούσει, να δει. Κατέδειξε ότι υπάρχει παράξενη, αληθινά εμπνευσμένη τέχνη που δημιουργούν παράξενοι και αληθινά εμπνευσμένοι άνθρωποι. Τις σελίδες του απαγορευμένου περιοδικού περιδιάβηκαν μυστηριώδη βιβλία, παράξενες πειραματικές μουσικές, ταινίες κινηματογραφικής αντίστασης ενάντια στη Φυλακή του Κόσμου, η ονειρική αρχιτεκτονική του Simon Rodia, η υπερβατική ζωγραφική του Ροδόλφου Ελευθεριάδη, τα μαγικά κόμικς του Alan Moore, η μελαγχολική Gothic κουλτούρα, η Raw Art, η ψυχοσκηνοθεσία, το παρασκήνιο των Star Wars. Ήχοι και εικόνες από αλλού, βομβάρδιζαν τις αισθήσεις του Francis Barett κάθε φορά που διάβαζε το απαγορευμένο περιοδικό. Η αισθητική ευαισθησία είχε προτεραιότητα στο πλήρωμα του Στρανγή.



Στο σημείο αυτό ο πρωταγωνιστής θα έβγαινε από το δωμάτιο-γραφείο του και θα εξερευνούσε το υπόλοιπο σπίτι, είτε μόνος του, είτε με άλλους φιλοπερίεργους συντάκτες. Κατά την εξερεύνησή τους θα συνέβαιναν και πάλι ανεξήγητα φαινόμενα, το σπίτι θα τους δημιουργούσε απόκοσμα συναισθήματα και ουσιαστικά θα τους καθοδηγούσε. Θα υπαινισσόμασταν εδώ ότι το σπίτι είναι ζωντανό! Και είτε καταβρόχθιζε την έμπνευση των συντακτών όπως κάνουν οι voladores, είτε την ενίσχυε προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους. Ο πρωταγωνιστής εν μέσω συλλεκτικών αντικειμένων, σκοτεινών δωματίων και αλλόκοσμων φαινομένων θα ανέσυρε σταδιακά από τη μνήμη του όλο και περισσότερες αναμνήσεις από το ταξίδι του με το πλήρωμα του StrangE. Και η εξερεύνηση συνεχίζεται:




“Από το παράθυρο της σοφίτας ατένισε τον έναστρο ουρανό. Η σελήνη μεσουρανούσε αλλά δεν αποκάλυπτε τα σκοτεινά της πρόσωπα. Luna obscura, όπως πάντα. Ad astra σιγομουρμούρισε, σε μια διάθεση απόδρασης από τη μαύρη σιδερένια φυλακή, φεύγουμε σε άλλους πλανήτες, γινόμαστε Αστροθεοί. Οραματίστηκε την ανθρωπότητα να ξεφεύγει επί τέλους από τον σιωπηλό, κλειδωμένο πλανήτη, να εξερευνά με θάρρος την Αφροδίτη, τον Άρη και τα μυστήριά του, να προσεγγίζει την απαγορευμένη Ευρώπη, να συναντά το μέλλον της στον πλανήτη Χ, τον Νιμπίρου να γνωρίζει γαλαξιακούς υπερπολιτισμούς. Υποσχέθηκε να μην αφήσει μέσα του την φλόγα να κοπάσει, είμαστε όλοι Εξτροπιανοί, σκέφτηκε, το πεπρωμένο μας είναι στα άστρα. Με την άκρη του ματιού του είδε μια λάμψη, ένα φως να κινείται, να σταματά και μετά να χάνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα πίσω από τα βουνά. Καταιγισμός πληροφοριών, εικόνων, αμφιβολιών εισέβαλαν στη σκέψη του. Η αλήθεια για τα UFO, απαγωγές, εμφυτεύματα, παραπληροφόρηση, ο Bill Cooper αποκαλύπτει, ο Ζακ Βαλλέ ταράζει τα νερά, ο John Keele ενοχλεί , ο Dr. John Mack αποδεικνύει, Men In Black, μυστικές υπηρεσίες, ύποπτα φιλμ παρωδίες, εξωγήινοι δορυφόροι γύρω από τη Γη, η Μεγάλη Περίπολος έρχεται, οι εξωγήινοι είναι εδώ, ήταν ανέκαθεν, οι Θεοί από τον Ουρανό περπάτησαν ανάμεσά μας. Είναι Δρακονιανοί, μπορεί Ανδρομέδιοι και έχουν πόλεμο, οι κυβερνήσεις ελληνικές και ξένες γνωρίζουν, το ίδιο κι οι αστροναύτες, τους έχουν δει. Μπορεί να είναι άγγελοι της Αποκάλυψης, Νεφιλίμ, μπορεί μεταμφιεσμένα ξωτικά, μπορεί να έρχονται από την κούφια γη, μα που είναι τέλος πάντων; Στο δρόμο της παραπληροφόρησης όμως υπήρχαν σωστές ερωτήσεις που δεν έκανε κανείς, ποτέ, υπήρχαν υποψίες. Αρκούσαν για να αναρωτιέται!”

CUT.

“Απότομες σκάλες τον οδήγησαν στο υπόγειο, σε δαιδαλώδεις διαδρομές κάτω από τη γη. Οι στοές συνεχίζονταν, τα μυστικά της κούφιας γης, καλά κρυμμένα, σφραγισμένα. Ο Francis είχε περπατήσει διαδρόμους που ξεχύνονταν κάτω από τις μεγαλύτερες πρωτεύουσες του πλανήτη, αντιμέτωπος με αλλόκοτες φυλές, Βριλ, Δέρος, Τέρος, τρωγλοδύτες. Αναζήτησε τον τάφο του βασιλιά του κάτω κόσμου, το μνήμα του Δία και την κρύπτη του Μίνωα, αναμετρήθηκε με τους φρουρούς του Άδη. Επισκέφτηκε τις πόλεις των Νεκρών, εξερεύνησε τα σκοτεινά μυστικά του Τροφώνιου, χώθηκε σε ανήλιαγα σπήλαια, φωτίστηκε και χόρεψε με νύμφες σε δυσθεώρητα βάθη της ψυχής και της καρδιάς, ΑΠΕΛ ΚΑΛΙΕ ΡΑ ΧΑΙΡΕ. Στα ημιφωτισμένα υπόγεια, σε αφιλόξενες ερήμους, σε άλλες διαστάσεις, συνάντησε εύπλαστες πραγματικότητες. Συνάντησε μάγους που κυνηγούσαν τη δύναμη, Σαμάνους, Τολτέκους Πολεμιστές. Οι μάγοι κάμπτουν τη στερεή σαν μάρμαρο, μα εύπλαστη σαν πλαστελίνη πραγματικότητα με τη μαγική τους θέληση. Έχουν σηκώσει το κεφάλι τους από το βούρκο. Ο Άλιστερ Κρόουλυ δείχνει το νόμο, Do what thou wilt! , εξυψώνεται, διανοητής, ποιητής, επαναστάτης, εξερευνητής, μάγος. Κάποιοι μιλούν ενωχιανά με τους αγγέλους και χορεύουν στο κεφάλι μιας καρφίτσας με Νεφιλίμ, ασκούν την κατοπτρομαντεία, την αλχημεία, τη σεξουαλική μαγεία, την απόκρυφη ηχολογία, την Urbanomancy...”

CUT.

“Περιηγήθηκε τον αχανή κήπο τη νύχτα με πανσέληνο. Χάθηκε μέσα στο δάσος χωρίς να φοβάται, ήθελε να εξερευνήσει τα πάντα. Οι σκιές έπαιζαν παιχνίδια στα δροσερά φυλλώματα κι εκείνος ονειρευόταν τον Αντίκοσμο, νεράιδες, δράκους και παράξενα ερπετά. Είχε ταξιδέψει στη Fairyland, είχε αναζητήσει τα μυστικά των ξωτικών και των νάνων, είχε φλερτάρει με τον Μαγικό Θηλυκό Κόσμο, είχε τραγουδήσει με τον Πράσινο Άνθρωπο μυστικά τραγούδια στη γλώσσα των πουλιών. Κάθισε στη ρίζα ενός Μαγικού Δένδρου. Είδε να παρελαύνουν μπροστά του καλικάντζαροι, Goblins, Trolls, Fomorians, όταν ακούγοντας ένα κοντινό θόρυβο ανασκίρτησε. Είχε κυνηγήσει βρικόλακες στην Ελλάδα, στο εξωτερικό, στις μεγαλουπόλεις, είχε υποψιαστεί την παρουσία εξωδιαστατικών οντοτήτων, είχε δει φαντάσματα και στοιχειακά. Από το θάμνο όμως δεν ξεπρόβαλε καμία αποκρουστική οντότητα αλλά…(κενό έμπνευσης)”

CUT.

“Αφού όλοι οι Συντάκτες παρέδωσαν τα κείμενά τους συγκεντρώθηκαν αμήχανα στο Σαλόνι. Ο Francis συνειδητοποίησε πού βρισκόταν: Ανάμεσα σε μερικούς από τους πιο ιδιαίτερους ανθρώπους. Ανάμεσα σε άτομα με τα οποία δεν φαντάστηκε ποτέ ότι θα μοιραζόταν τόσο κοινές ανησυχίες, τόσο εξειδικευμένα ενδιαφέροντα. Μέσα από το Strange είχε εμπνευστεί, είχε ονειροπολήσει, είχε αμφιβάλει, είχε προβληματιστεί, είχε ταξιδέψει έξω από τις Πύλες. Από τα παράθυρα των σελίδων του είχε αντικρύσει τα πιο γοητευτικά εξωκοσμικά τοπία. Γνώρισε τις πιο παράξενες και πρωτοποριακές θεωρίες και απόψεις, έσπασε το Matrix, προσέγγισε τις πιο σκοτεινές γωνιές του ανθρώπινου μυαλού και δοκίμασε τα όριά του. Η ώρα περνούσε, σταδιακά η σιωπή απλωνόταν στο Σαλόνι, ήταν φανερό ότι κάτι θα συνέβαινε, μπορούσε κανείς να το διαισθανθεί.”

Δυστυχώς ποτέ δεν καταφέραμε να συνδέσουμε τα παραπάνω αποσπάσματα. Υποτίθεται ότι άλλος είχε αναλάβει την περιγραφή των χώρων, άλλος την ανασκόπηση, άλλος την σύνδεση των αποσπασμάτων. Τίποτα από όσα σχεδιάσαμε δεν έγινε, με αποτέλεσμα να φτάσουμε σήμερα το βράδυ να μην έχουμε ουσιαστικά τίποτα στα χέρια μας. Μηδέν. Αποτύχαμε. Κι αν δεν έχουμε κάτι που να εμπνέει εμάς τους ίδιους, δεν επιθυμούμε να μοιραστούμε τίποτα με κανέναν άλλον. Μιλάμε και γράφουμε όταν έχουμε να πούμε κάτι με τις μικρές μας δυνάμεις. Ειδάλλως προτιμούμε να σιωπούμε. Το παρόν κείμενο είναι με ένα πολύ ανορθόδοξο τρόπο μία κραυγή. Βλέπω ανυπέρβλητες τεχνικές, χιλιομετρικές, οικονομικές, επικοινωνιακές, αισθηματικές δυσκολίες να μας έχουν λυγίσει. Πολύ σοβαρά οικογενειακά προβλήματα και άδειες τσέπες και άδειοι άνθρωποι δεν μας επιτρέπουν να εκμεταλλευτούμε τον χρόνο μας όπως εμείς επιθυμούμε. Η πραγματικότητα, μάρμαρο όπως γράψαμε παραπάνω, μας απέτρεψε από το να γράψουμε τις πιο βαθιές και όμορφες σκέψεις μας για το αγαπημένο μας περιοδικό. Όχι ένα, αλλά δύο και τρία άρθρα, αφιερώματα και μυθιστορήματα θα θέλαμε να γράψουμε για το φαινόμενο που λέγεται Strange και άλλαξε τη ζωή μας. Είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε προς κάποιους ανθρώπους που μας έφεραν κοντά, μας έμαθαν να αμφιβάλουμε για τα πάντα, να αναζητούμε το παράξενο καθημερινά και σε κάθε πτυχή της ύπαρξής μας, να ονειροπολούμε ασύστολα και να φιλοσοφούμε ελεύθερα. Κάποτε, κάποιος από αυτούς τους ανθρώπους μάς είπε ότι για να δούμε αν αυτό που κάνουμε είναι σημαντικό, αρκούσε να παρατηρήσουμε πόσο ισχυρές είναι οι αντιδράσεις. Ο ίδιος μοιράστηκε μαζί μας τη θεωρία του των Χιλίων Κυμάτων, έναν αέναο αγώνα ενάντια στο ρεύμα και προς την προσωπική πλήρωση με θυσίες, προσωπικό κόστος αλλά πίστη και διακαή πόθο για τα όνειρά μας.
Θέλω να αποδείξω αυτή τη στιγμή, επίμονα και εις βάρος όλων των συνθηκών, ότι αντιστέκομαι. Πιστεύω ακράδαντα ότι δεν είμαι μόνος, ότι είμαστε πολλοί και αντιστεκόμαστε. Δυνάμεις εντός κι εκτός των αντιληπτικών μας δυνατοτήτων μάς έχουν φαινομενικά διχάσει, μάς έχουν υπνωτίσει, μάς βάζουν να λέμε και να κάνουμε πράγματα που δεν εννοούμε. Δηλώνουμε εδώ ότι δεν παραδινόμαστε. Δεν παραδινόμαστε στον ποταπό ανθρώπινο εγωισμό μας, στον ίδιο τον εαυτό μας που αρνείται πεισματικά να ονειρευτεί. Ο αληθινός εαυτός μας ονειρεύεται, πετάει πέρα από μικρότητες, από οικονομικά συμφέροντα, από υλικές ανάγκες, συμφέροντα κάθε είδους. Δεν γράφω εγώ τώρα, αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο και ισχυρότερο που η καθημερινότητα και η μιζέρια έχουν υπνωτίσει αρκετά και για πολύ καιρό. Με κάθε τρόπο όμως θα βγούμε από το λήθαργο, και θα βγαίνουμε κάθε φορά που κάποιος άλλος ή εμείς οι ίδιοι μάς ξαναρίχνουν μέσα, θα ρίξουμε τις μάσκες και τα πέπλα και όπως έχει δείξει πολλές φορές το δρόμο το Απαγορευμένο Περιοδικό, ενάντια σε όλους και σε όλα, θα βαδίσουμε στον δρόμο για τα Άστρα από δρόμους δύσβατους.

Στο άρθρο που δεν γράψαμε ποτέ είχαμε τουλάχιστον καταλήξει ποιο τέλος επιθυμούσαμε, όποιο σενάριο και να ακολουθούσαμε . Ένα Grand Finale με ένα ηχηρό μήνυμα χωρίς ευχές και περιτυλίγματα που θα ήταν κατάλληλο όποια δομή κι αν είχε το άρθρο είτε εκτυλισσόταν στο bar, είτε στο Αρχοντικό, είτε σε κάποια άλλα ακατανόμαστα μέρη. Παραθέτω το τέλος για το φανταστικό άρθρο που δεν γράψαμε ποτέ και κανείς ποτέ δεν διάβασε. Τα μάτια μου κλείνουν, είμαι πλέον πολλές ώρες μπροστά στον υπολογιστή, δεν ξέρω τί έχω γράψει και δεν προλαβαίνω καν να το ξαναδιαβάσω. Γνωρίζω μόνο ότι έγραψα απνευστί τις σκέψεις μου, ειλικρινείς και αυθόρμητες, όπως μου έρχονταν και όπως τις κατέγραφα αμέσως. Αγαπητοί φίλοι και συνταξιδιώτες, η αναφορά μου ολοκληρώνεται στο σημείο αυτό. Δεν ξέρω τί περιμένατε από το Strange, δεν ξέρω τί περιμένατε από το εκατοστό τεύχος, αλλά εγώ νιώθω πολύ όμορφα, μαγικά, τη στιγμή αυτή που γράφω τις τελευταίες γραμμές. Παρά τις περιπέτειες, παρά την πικρία, ενάντια στην απογοήτευση, ενάντια σε ό,τι με περιορίζει, αλλάζω και αγωνίζομαι. Δεν μετανιώνω που δεν ήμουν κάπου αλλού, που δεν έκανα κάτι άλλο, γιατί νιώθω κάτι πολύ βαθύτερο εδώ και τώρα. Η ικανοποίηση αυτή δεν ανταλλάσσεται με τίποτα....
Κυρίες, κύριοι, αυλαία:


[...]
Μετά τους Αναγνώστες, σειρά έχουν οι υπεύθυνοι για το Μεγάλο Παράξενο Παιχνίδι που ξεκίνησε 9 χρόνια πριν, οι Συντάκτες και όσοι έχουν βοηθήσει ο καθένας με τον τρόπο του στην απαγορευμένη έκδοση του περιοδικού.
Η κουβέντα έχει πια ανάψει, ο έλεγχος έχει χαθεί, bits πληροφοριών και antimemes θα έλεγε κανείς ότι έχουν πλημμυρίσει την ατμόσφαιρα.
Η πόρτα ανοίγει και ο επιβλητικός Αρχισυντάκτης χαμογελά. Δείχνει το 100ο τεύχος, είναι έτοιμο, μοιάζει μαγικό.
Τελευταίος, εμφανίζεται ο Πλοηγός του Απαγορευμένου Περιοδικού, ο Δημιουργός και Εμπνευστής του Μεγάλου Μυστηρίου που λέγεται Στραν-Γη. Δείχνει να εκπλήσσεται ευχάριστα από την Ανταπόκριση του Καλέσματος. Συμβολικά αφήνει ανοιχτή την πόρτα και πετάει έξω τα κλειδιά.
Στέκεται και χτυπώντας το πόδι του σε μία αγωνιστική ιρλανδική μελωδία, στρίβει τσιγάρο.
Ο Συγγραφέας λύνει τη σιωπή του. Οι Συνταξιδιώτες έχουν λάβει τις θέσεις τους.
-Μπορούμε να ξεκινήσουμε.
Το Παράξενο Αρχίζει”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου